• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drum [sth] into [sb] vtr phrasal sep(instill by repetition)κάνω κπ να εμπεδώσει κτ περίφρ
 The teacher was trying to drum the information into the students.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
drum [sth] into [sb]'s head v expr(instill by repetition)επαναλαμβάνω κτ σε κπ ρ μ
  λέω και ξαναλέω κτ σε κπ έκφρ
 (αποδοκιμασία)πρήζω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 (μεταφορικά)παίρνω τα αυτιά κπ με κτ έκφρ
 Our father, a clever but uneducated man, always drummed into our heads the importance of a good education.
 Ο πατέρας μας, ένας έξυπνος αλλά αμόρφωτος άνθρωπος, μας επαναλάμβανε συνέχεια την αξία της καλής εκπαίδευσης.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση drum into στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «drum into».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!